ΥΓΕΙΑ

Αλλεργική Ρινίτιδα

Γράφει ο Βασίλης Νικολάου
Στρατιωτικός Ιατρός
Χειρουργός Ωτορινολαρυγγολόγος
UEMS-EBEORL Fellow

Λ. Παπαναστασίου 123, Ισόγειο, Ηράκλειο
Τηλ.: 2810 327801, Κιν.: 6983 505314
e-mail: airduffy115@yahoo.com

Η Αλλεργική Ρινίτιδα (ΑΡ), είναι μια από τις πιο συνηθισμένες παθήσεις παγκοσμίως.
Αφορά περισσότερο από το 25% του γενικού πληθυσμού, με έναρξη ήδη από την παιδική ηλικία (ακόμη και πριν τα 2 έτη) και πορεία με εξάρσεις κι υφέσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Η συχνότητά της είναι ίδια και στα δύο φύλλα και σε όλες τις φυλές. Η ΑΡ κληρονομείται από έναν αλλεργικό γονέα σε ποσοστό 40-50%, όμως στην εκδήλωσή της σημαντική είναι και η επίπτωση του περιβάλλοντος (ατμοσφαιρική μόλυνση, χλωρίδα, πανίδα).

Αποτελεί μια αντίδραση υπερευαισθησίας του βλεννογόνου της μύτης σε, κατά τα άλλα, αβλαβείς ουσίες όπως η γύρη, η σκόνη, το τρίχωμα των κατοικίδιων, η υγρασία, τα ακάρεα, τα έντομα. Όταν τα κύτταρα του βλεννογόνου έρθουν σε επαφή με την υπεύθυνη ουσία, το αλλεργιογόνο, την εκλαμβάνουν εσφαλμένα ως βλαβερή και κινητοποιείται μια υπερβολική ανοσολογική αντίδραση, προκειμένου να την εξουδετερώσουν.

Σαν αποτέλεσμα αυξάνεται η αιμάτωση, ο βλεννογόνος διογκώνεται κι αλλάζει τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά η έκκριση της μύτης.
Οι εκδηλώσεις της ΑΡ οφείλονται σ’ αυτήν ακριβώς την αντίδραση. Οι πιο συνηθισμένες είναι η καταρροή -τόσο η πρόσθια όσο και η οπισθορρινική- η συμφόρηση (μπούκωμα), η φαγούρα στη μύτη και τον φάρυγγα και το πτάρνισμα. Μπορεί, ακόμη, να επηρεαστούν η όσφρηση κι η γεύση, καθώς και τα μάτια (με φαγούρα και δακρύρροια), ενώ αρκετά συχνά αποτελεί την αιτία ξηρού-ερεθιστικού βήχα. Στις περισσότερες περιπτώσεις έχουμε έναν συνδυασμό με κάποια αναλογία αυτών των συμπτωμάτων.

Η διάγνωση της ΑΡ γίνεται, κατά κύριο λόγο, με το ιστορικό του ασθενή, την εκδήλωση συγκεκριμένων συμπτωμάτων, τη βαρύτητα, τη διάρκεια, τη συσχέτιση με περιβαλλοντικούς παράγοντες, την παρουσία δευτερογενών επιπτώσεων για την υγεία. Η φυσική εξέταση της μύτης-φάρυγγα μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση του βλεννογόνου, την παρουσία υπερτροφίας ή και πολυπόδων. Αρκετά χρήσιμη είναι κι η ανίχνευση ευαισθησίας σε συγκεκριμένα αλλεργιογόνα, η οποία μπορεί να γίνει, είτε με δερματικές δοκιμασίες (Skin Prick Test), είτε με ανίχνευση στο αίμα των ειδικών IgE αντισωμάτων, που ενεργοποιούνται από την αλλεργία. Ωστόσο, η συσχέτιση με τη κλινική εκδήλωση της ΑΡ, δεν είναι σταθερή.
Ανάλογα με τη βαρύτητα η ΑΡ μπορεί να ταξινομηθεί ως ελαφρά-μέτρια-βαριά. Ελαφρά χαρακτηρίζεται όταν δεν επηρεάζει τις καθημερινές δραστηριότητες και δεν απαιτείται ειδική φαρμακευτική αντιμετώπιση. Η μέτρια-βαριά ΑΡ έχει πιο σημαντική επίπτωση στην καθημερινότητα, υποβαθμίζοντας την ποιότητα ζωής, τον ύπνο, την πνευματική απόδοση και τη συμμετοχή σε δραστηριότητες. Χρειάζεται αντιμετώπιση με ειδική φαρμακευτική αγωγή.

Αναφορικά με τη διάρκεια της εκδήλωσής της, διακρίνεται σε επίμονη και διαλείπουσα, με κριτήριο το ποσοστό των ελεύθερων από συμπτώματα ημερών.
Εκτός από τις άμεσες εκδηλώσεις, η χρόνια επίδραση της αλλεργίας στον ρινικό βλεννογόνο, ειδικά στη μέτρια-βαριά επίμονη ΑΡ, μπορεί να προκαλέσει και δευτερεύουσες επιπτώσεις στην υγεία. Είναι στενά συνδεδεμένη με το αλλεργικό άσθμα, με το οποίο μπορεί να συνυπάρχει σε σημαντικό ποσοστό (>25%), επηρεάζοντας, ταυτόχρονα, δυσμενώς την εκδήλωση και την εξέλιξή του. Ο χρόνιος ερεθισμός του ρινικού βλεννογόνου έχει συσχετισθεί, σε σημαντικό βαθμό, με υπερτροφία στις κάτω ρινικές κόγχες (ΥΚΡΚ), προκαλώντας σημαντικό περιορισμό στη ρινική αναπνοή κι επιτείνοντας την επίπτωση μιας έξαρσης της αλλεργίας. Η ΑΡ συσχετίζεται, επίσης, με αυξημένη ευαισθησία στις λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού και ιδιαίτερα την ωτίτιδα. Τέλος, συνδέεται με την εμφάνιση ρινικών πολυπόδων.

Η μέτρια-βαριά ΑΡ, λόγω της έντασης των συμπτωμάτων, καθιστά δύσκολη την καθημερινότητα για τον αλλεργικό ασθενή και απαιτεί αντιμετώπιση. Μια πρώτη προσπάθεια αποσκοπεί στο να αποφύγουμε την έκθεση στο υπεύθυνο αλλεργιογόνο, εφόσον έχει επιβεβαιωθεί με αλλεργικά test, αλλά λόγω της περιβαλλοντικής ποικιλότητας, αυτό σπάνια είναι εφικτό. Είναι σημαντική η τήρηση των κανόνων υγιεινής της ατμόσφαιρας στον χώρο που ζει και δραστηριοποιείται ο ασθενής με ΑΡ (τακτικός αερισμός, αποφυγή συσσώρευσης σκόνης, καπνού κι έντονων μυρωδιών). Οι πλύσεις της μύτης με φυσιολογικό ορό παρέχουν σημαντική ανακούφιση, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις, είναι από μόνες τους αρκετές.

Φαρμακευτικά μπορούμε να βοηθήσουμε, επιλέγοντας ένα συνδυασμό ρινικού κορτικοειδούς-ρινικού αντισταμινικού, συστηματικού αντισταμινικού και, σε περιπτώσεις σοβαρού μπουκώματος, με ρινικό αποσυμφορητικό για περιορισμένο χρόνο. Στις περιπτώσεις που έχει αναπτυχθεί ΥΚΡΚ, μεγάλη ανακούφιση προσφέρει η τεχνική της καυτηρίασης των κογχών με ραδιοσυχνότητες, μια παρέμβαση επιπέδου ιατρείου με τοπική αναισθησία. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να γνωρίζουμε ότι είναι σημαντικό ν’ αρχίζει η αγωγή έγκαιρα -ακόμη και προληπτικά- αν είναι γνωστή η εποχιακή έναρξη μιας αλλεργίας, και να μην επιτρέπουμε την επιδείνωση.

Οι ασθενείς με ΑΡ θα πρέπει να αντιλαμβάνονται τη χρονιότητα της κατάστασής τους αλλά να μην απογοητεύονται γιατί η αλλεργία τους μπορεί να ελεγχθεί, προσφέροντάς τους μια φυσιολογική καθημερινότητα.